ΣΑΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΜΠΛΟΚ

ΣΑΣ   ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ  ΜΠΛΟΚ
ΣΑΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΜΠΛΟΚ

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Οι άθλοι του Ηρακλέως και το λιμάνι του Οδυσσέως



 Η ΠΕΤΡΩΜΕΝΗ ΘΟΩΣΣΑ


Όταν ο Οδυσσέας γύριζε στην Ιθάκη (να μια άλλη απόδειξη περί Ιθάκης και πού είναι αυτή), ο Ποσειδώνας, που μισούσε τον Οδυσσέα γιατί τύφλωσε τον γιό του τον Πολύφημο, έκαμε την τελευταία προσπάθεια να τον εξαφανίσει. Ένα από τα τέρατα που δεν μπόρεσε να σκοτώσει ο πολυμήχανος, ήταν η Θόωσσα, ετεροθαλής αδελφή της Σκύλλας, η οποία ήταν κόρη του Φόρκη και της Κητώς. Ο Ποσειδώνας την επιστράτευσε κάνοντας την ύστατη προσπάθεια στο κυνήγι του για τον Οδυσσέα. Τα γεγονότα έχουν ως εξής: όταν έφυγε από το νησί της μάγισσας Κίρκης, ο Οδυσσέας, εκείνη, ερωτευμένη ακόμα –άλλωστε έκαμε μαζί του τρία παιδιά-, αποχαιρετώντας τον, του είπε: «Σύρε στο καλό αγαπημένε κι επειδή θέλω να ξανάρθεις, δε θέλω να χαθείς». Σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό κι ο Δίας άστραψε και βρόντηξε. Η θεά-μάγισσα που ακόμα κι οι τρανοί θεοί την έτρεμαν, έβγαλε στεντόρεια φωνή: « Όποιος τολμήσει να σου αντισταθεί πριν πατήσεις το πόδι σου στην Ιθάκη σου, να πετρώσει». Ο βράχος επομένως εκείνος είναι η πετρωμένη Θόωσσα.


δείτε και  το 
επισης
Εκείνοι που θέλουν να έχουν κατά νου την επιστροφή τους είναι αδύνατον να ταξιδεύουν προς την πατρίδα τους από αυτόν τον ξένο τόπο εύκολα, σαν να περνούν ένα ευκολοδιάβατο μέρος. Δεν υπάρχει , στ’ αλήθεια, πράγμα τόσο αντίθετο από κάποιο άλλο όσο αντίθετη είναι η ράθυμη ζωή των ηδονών από την ανάβαση προς τους θεούς. Στις κορυφές των βουνών δεν μπορεί να αναρριχηθεί κανείς δίχως κινδύνους και δίχως κόπους, και παρόμοια δεν μπορεί κανείς να ανέβει από τα μύχια βάθη του σώματος μέσω αυτών ακριβώς των στοιχείων που τον τραβάνε προς το σώμα, προς τα κάτω, δηλ. μέσω της ηδονής και της ραθυμίας. Στην ανοδική αυτή πορεία πρέπει να περάσεις μέσα από άγνοιες και να συλλογιέσαι την πτώση. Ακόμα κι αν δυσκολευτούμε στην πορεία μας, πρέπει να ξέρουμε ότι η ανάβαση, εξ ορισμού, χαρακτηρίζεται από δυσκολίες. Η εύκολη ζωή είναι για τους θεούς, ενώ για όσους έχουν πέσει στην γένεσιν είναι ότι πιο αντίθετο, αφού μας κάνει επιλήσμονες μέσα από την επιδίωξη των αλλότριων πραγμάτων και, κοιμίζοντας μας, μας σπρώχνει με τη βουκέντρα σε ένα ύπνο πλανεμένο από σαγηνευτικά όνειρα. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι, ο Ασκληπιός και όλοι οι άλλοι γιοί των θεών ολοκλήρωσαν τη μακάρια πορεία τους προς τους θεούς μέσα από κόπους και θάρρος. Στ’ αλήθεια, την ανάβαση προς τον θεό την πραγματοποιούν όχι οι άνθρωποι που έζησαν μέσα στις απολαύσεις, αλλά εκείνοι που έμαθαν να αντιμετωπίζουν με υψηλοφροσύνη τις μεγαλύτερες κακοτυχίες.[1]
Βέβαια το ηρωικό γένος εφάπτεται της πράξεως, ακόμη και αν έχει εκπέσει από την πρόνοια των κατώτερων και «τῆς ἀσχέτου ζωῆς ὑφεῖται», έχει χαρακτήρα μεγαλουργό και δείχνει την μεγαλοπρέπεια της αρετής του.[2]
Επεξηγηματικά θα πούμε ότι οι ψυχές που έζησαν μια πρακτική ζωή από την οποία δεν απομακρύνθηκαν ποτέ αποδέχονται το όργανο που ταιριάζει με τις πρακτικές ενέργειες και όταν χωριστούν από αυτό δυσφορούν, όπως του Πάτροκλου η ψυχή «όταν έχασε την ανδρεία και τη νιότη – λιποῦσ᾽ ἀνδροτῆτα καὶ ἥβην» (Βλ. στον 363ον στίχο της ραψωδία Χ’ της Ομηρικής Ιλιάδας), κι όταν βρεθούν στον Άδη θέλουν να είναι μαζί του, όπως η ψυχή του Αχιλλέως, αφού προτάσσει την ενταύθα ζωή της χωριστής, διότι στο πλαίσιο εκείνης δεν μπορεί να ενεργεί, στο πλαίσιο όμως της πρακτικής ζωής ήταν κυρίαρχη. Ο Αχιλλέας εκτιμά την πρακτική επιτυχία και τούτη τη ζωή, αναζητά και επιθυμεί όργανο κατάλληλο για τον βίο αυτό. Διόλου παράδοξο λοιπόν που ο Αχιλλέας, κάτοχος της πρακτικής αρετής, επιθυμεί τη ζωή με το σώμα το οποίο μπορεί να τον υπηρετεί με τις πράξεις. Ο Ηρακλής, από την άλλη, που γνώρισε την κάθαρση με τις ιεροτελεστίες και τους άχραντους καρπούς, κέρδισε πλήρη της αποκατάστασή του μεταξύ των θεών : «Αυτός μαζί με τους αθανάτους θεούς τέρπεται σε ευωχίες κι έχει γυναίκα του την καλλίσφυρον Ήβη [παίδα του μεγάλου Διός και της χρυσοπέδιλης Ήρας] – αὐτὸς δὲ μετ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσι τέρπεται ἐν θαλίῃς καὶ ἔχει καλλίσφυρον ῞Ηβην, [παῖδα Διὸς μεγάλοιο καὶ ῞Ηρης χρυσοπεδίλου]» λέγει ο Όμηρος στους στίχους 602 – 604 της Λ’ ραψωδίας της Οδύσσειας.[3]
Τουτέστιν για τον Ηρακλή δεν πρέπει να νομίζουμε ότι για την μεγάλη σωματική δύναμή του έτυχε τέτοιας αναγνωρίσεως εκείνα τα χρόνια, αλλά ότι, όντας ανήρ έμφρων και μύστης σοφίας ουράνιας, φώτισε τη φιλοσοφία που ήταν βυθισμένη σαν σε πυκνή άχλη. Αυτός, όντας ο αρχηγός πάσης σοφίας, με αλληγορική παρουσίαση, έδωσε τη δυνατότητα στις επόμενος γενιές να αντλήσουν λεπτομερώς τα φιλοσοφήματα που πρώτος έκανε.
 Βέβαια οι ψυχές όταν δε τελειοποιούνται, η άνοδός τους πραγματοποιείται από τη νόηση δια της ζωής επί την ουσία. Ενώ η κάθοδός τους πραγματοποιείται από την ουσία δια της ζωής επί την γνώση.[4]
Ο τελευταίος σχολάρχης της πλατωνικής ακαδημίας των Αθηνών Δαμάσκιος, στο «Σχόλια στον πλατωνικό Φαίδωνα, 130. 1 – 5», χρησιμοποιώντας, όμως, τους τους αντίσχοιχους μύθους και τις ανάλογες τάξεις θεών λέγει το ίδιο πράγμα : η ψυχή κατέρχεται «εν τη γενέσει» κατά τον τρόπο της Κόρης, μερίζεται (διασπάται) «εν τη γενέσει» κατά τον τρόπο του Διονύσου, δένεται με το σώμα κατά τον τρόπο του Προμηθέα και των Τιτάνων, απελευθερώνεται αποκτώντας την δύναμη του Ηρακλή και συμμαζεύεται με τον Απόλλωνα και με την Σώτειρα Αθηνά καθάρεται με την όντως Φιλοσοφία, ανάγεται δε στα αίτια της με την Δήμητρα.
Εξ ου και «νοήμων (ἔννους)» είναι μόνον “ὁ τὸν θατέρου κύκλον ὀρθώσας, τὸν δὲ ταὐτοῦ λύσας”, και αυτός σε κάθε περίπτωση θα είναι εκείνος που απελευθέρωσε τον Προμηθέα τον οποίο έχει μέσα του δεμένο λόγω του Επιμηθέα. Γιατί έχει δεθεί λόγω της συμπαράταξης του με το άλογο μέρος, το οποίο ακριβώς λέγεται ότι διευθετεί εκείνος ο Επιμηθέας.[5]
 Άνοδος   : η Σωτήρα Αθηνά & ο Απόλλων δια της Δήμητρας επί των νοήσεων του Διός Σωτήρος Τρίτου και Τέλειου.
Κάθοδος : η Κόρη δια του Διονύσου επί τον Προμηθέα στις περιφορές του σύμπαντος.
Τον Προμηθέα βέβαια, ως γνωστόν, τον Απελευθερώνει ο Ηρακλής!
Κατανοούμε, βέβαια, ότι μέσα στο πλαίσιο που περιγράψαμε θα πρέπει να δούμε και τους άθλους του Ηρακλή, ενδεικτικά :
  • σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας :ο θυμός, το θυμικό μέρος της ψυχής, είναι λεοντώδης.[6]
  • σκότωσε τη Λερναία Ύδρα :το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, είναι πολυκέφαλο θηρίο.[7]
  • έπιασε το γοργό ελάφι της Κερύνειας,
  • σκότωσε τον Ερυμάνθιο Κάπρο,
  • καθάρισε τους στάβλους του Αυγεία,
  • σκότωσε τις Στυμφαλίδες Όρνιθες : οι Στυμφαλίδες όρνιθες είναι οι φαντασίες που πετούν μέσα μας, στον βαθμό που νοούν πράγματα «κακὰ μορφωτικὰ καὶ ἐσχηματισμένα» και δεν μπορούν να συλλάβουν καθόλου το «ἀσχημάτιστον καὶ ἀμερὲς εἶδος», αλλά παρεμποδίζουν την καθαρή και άυλη νόηση της ψυχής με το να παρεμβάλλονται και να της δημιουργούν θόρυβο (ενοχλήσεις) κατά τις αναζητήσεις της.[8]
  • έπιασε τον άγριο ταύρο της Κρήτης,
  • έκλεψε τα άγρια άλογα του Διομήδη,
  • πήρε τη ζώνη της Ιππολύτης,
  • έφερε τα βόδια του Γηρυόνη στον Ευρυσθέα,
  • άρπαξε τα μήλα των Εσπερίδων,
  • έφερε τον Κέρβερο από τον Άδη.
Εν ολίγοις η κάθοδος μας έχει γίνει μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια, καθώς η ψυχή προχωρά από τις απλούστερες ενέργειες στις πιο σύνθετες, έτσι και η άνοδος θα γίνει μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια, καθώς η ψυχή αναλύει τον διάκοσμο της ζωής που συνέθεσε. Κατά αυτή την έννοια πρέπει πρώτα να καταδικάσουμε τις αισθήσεις «ὡς οὐδὲν ἀκριβὲς οὐδὲ ὑγιὲς γιγνώσκειν δυναμένων», αλλά έχουν μεγάλη σύγχυση, υλικότητα και παθητικότητα, επειδή χρησιμοποιούν κάποια τέτοια όργανα. Έπειτα πρέπει να αφαιρέσουμε τις φαντασίες, τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πετούν μέσα μας, στον βαθμό που νοούν πράγματα «κακὰ μορφωτικὰ καὶ ἐσχηματισμένα» και δεν μπορούν να συλλάβουν καθόλου το «ἀσχημάτιστον καὶ ἀμερὲς εἶδος», αλλά παρεμποδίζουν την καθαρή και άυλη νόηση της ψυχής με το να παρεμβάλλονται και να της δημιουργούν θόρυβο (ενοχλήσεις) κατά τις αναζητήσεις της. Τρίτον μετά από τα παραπάνω, να αποκόψουμε τις πολύμορφες γνώμες και την περιπλάνηση των ψυχών γύρω από αυτές. Γιατί δεν προσεγγίζουν την αιτία και δεν προκαλούν μέσα μας την επιστήμη και τη μετουσία στον χωριστό (υπερβατικό) νου. Τέταρτον, τέλος, αφού αναχθούμε στο πέλαγος των επιστήμων, εκεί μέσω της διαλεκτικής να θεωρήσουμε  τις διαιρέσεις και τις συνθέσεις τους και γενικά την ποικιλία των εν ημίν Ειδών. Τότε η διάνοιά μας αφού μέσω της θεωρήσεως εξυφάνει τον εαυτής διάκοσμο, θα δει ότι πρέπει να απομακρυνθεί από αυτή την σύνθεση και να προσεγγίσει πλέον νοητικά τα όντως Όντα. Γιατί ο νους είναι ανώτερος από την επιστήμη, και η κατά νου ζωή της προτιμότερη της κατ’ επιστήμη ζωής.[9]
Τέτοιες είναι, λοιπόν, οι περιπλανήσεις και οι περιδινήσεις της ψυχής. Γιατί άλλη είναι αυτή στο επίπεδο της φαντασίας, άλλη πριν από αυτήν στο επίπεδο της γνώμης, άλλη στο επίπεδο της ίδιας της μεταβατικής νόησης. Μόνο η ζωή που στηρίζεται στον νου είναι απλανής και αυτό είναι το μυστικό λιμάνι της ψυχής, στο οποίο η ποίηση οδηγεί τον Οδυσσέα μετά την μεγάλη περιπλάνηση της ζωής και εμείς περισσότερο θα οδηγήσουμε τους εαυτούς μας, αν βεβαίως θέλουμε να σωθούμε.[10]
 Άλλωστε εννοιολογικά & ετυμολογικά : νόστος ἡ εἰς οἶκον ἀνακομιδή. (Βλ. Απολλώνιου Σοφιστού «Λεξικό Ομηρικό, 16.35»). <Ἀνόστους> = ἀνυποστρέπτους. νόστος γὰρ ἡ εἰς τὰ οἰκεῖα ἐπάνοδος, παρὰ τὸ τῆς πατρίδος ἡδύ. Αἰλιανός· ὁ δὲ τοὺς θεο σύλας ἀπέκτεινε καὶ ἔθηκεν ἀνόστους τοῦτο δὴ τὸ Ὁμηρικόν. (Βλ. Λεξικό Σουίδα). <ἀνόστιμος> =  παρὰ τὸ νόστος νόστιμος καὶ ἀνόστιμος.νόστος δὲ λέγεται ἡ εἰς τὸν οἶκον ὑποστροφὴ καὶ γίνεται παρὰ τὸ νέω, τὸ πορεύομαι· καὶ μετὰ τοῦ στερητικοῦ α ἀνόστιμος. (Βλ EtymologicumSymeonis  1.70.25 –  1.70.28 1.70).  <νόστιμον>=  σωτήριον. (Βλ. Ομηρικό Λεξικό, 117.1 [TLG]).
Δηλ. όταν ο Όμηρος αναφέρεται στον νόστο του Οδυσσέως αναφέρεται στην επιστροφή της δίιας ψυχής (=Οδυσσέας) στα οικεία της αγαθά (=Πηνελόπη): αναφέρεται στην επιστροφή της διίας ψυχής προς τον εαυτό της και στην ζωή που στηρίζεται στον νου και είναι απλανής!

 Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων), 16/10/2012


[1] Βλ. Πορφύριος – «Προς Μαρκέλλαν, 6.6 – 7.17».
[2] Βλ. Πρόκλος, «Σχόλια εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 119. 12 – 15».
[3] Βλ. Πρόκλος, «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, τόμος Α’ [συνέχεια], 1.118.1 – 1.122.22».
[4] Βλ. Πρόκλος, «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα, βιβλίο Β’ (συνέχεια, 2.184 -368), 196. 3 – 29».
[5] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος», τόμος Ε’ (συνέχεια), 3. 346.  13 – 17».
[6] Βλ. Πρόκλο «υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».
[7] Βλ. Πρόκλο «υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».
[8] Βλ. Πρόκλος στο «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Ε’, 1024.39 – 1025.37».
[9] Βλ. Πρόκλος  «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Ε’, 1024.39 – 1025.37».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου